ζάφτι

ζάφτι
το :

κάνω ζάφτι — а) подавлять, укрощать, усмирить; — б) внушать уважение, почтение, импонировать;

δεν τα κάμνει ζάφτι τα παιδιά του — он совершенно не умеет держать в руκέχ — своих детей


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ζάφτι" в других словарях:

  • ζάφτι — και ζάπτι και ζάπι, το (Μ ζάφτι και ζάπτι) 1. κατάληψη 2. περιορισμός, «μέτρο», φειδώ 3. φρ. «κάνω ζάφτι» ή «κάνω ζάπι» καταβάλλω, δαμάζω, επιβάλλομαι, κάνω κάποιον υποχείριο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. zapti] …   Dictionary of Greek

  • ζάφτι — το ιού (λ. τουρκ.), στη φράση: «Δεν μπορώ να τον κάνω ζάφτι», δεν μπορώ να τον δαμάσω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άζαπος — η, ο ο αζάπικος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + ζάπι / ζάφτι «αυτός που δεν μπορείς να τόν κάνεις ζάφτι, να τόν δαμάσεις» η < αζάπης (Ι) «ελεύθερος, ατίθασος»] …   Dictionary of Greek

  • αζάφτιστος — η, ο αυτός που δεν γίνεται «ζάφτι», ατίθασος, ανυπότακτος, αδάμαστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + *ζαφτίζω < ζάφτι] …   Dictionary of Greek

  • ζάπι — το βλ. ζάφτι. [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. ζάφτι] …   Dictionary of Greek

  • ζάπτι — το βλ. ζάφτι. [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. ζάφτι] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»